Άρθρο Κώστα Γκουντάρα: Επιδημία – πανδημία – αναστοχασμός

Άρθρο Κώστα Γκουντάρα: Επιδημία – πανδημία – αναστοχασμός

Όταν ένα μωρό γεννιέται, κλαίει. Το κλάμα αυτό είναι απαραίτητο για την επιβίωσή του. Ακόμη ένας λόγος που κλαίει ένα νεογέννητο είναι η ξαφνική αλλαγή που από το σκοτάδι όπου βρισκόταν βλέπει φως.
Για τον θυμόσοφο λαό μας είναι η προπληρωμή γι’ αυτά που θα αντιμετωπίσει. Μια προεξόφληση για κατευνασμό του πόνου και όλα τα δύσκολα που θ’ ακολουθήσουν. Κάθε τι, λοιπόν, έρχεται μετά από πόνο, κόπο και προσπάθεια. Το πρώτο χαμόγελο της μάνας με τον ερχομό της νέας ζωής σβήνει κάθε πόνο, κάθε δυσκολία.
Πόσες, άραγε δυσκολίες δεν αντιμετωπίσαμε στη ζωή μας; Πόσο πόνο προκάλεσαν και πώς αναγκαστήκαμε να τις αντιμετωπίσουμε κάνοντας θυσίες, παίρνοντας μέτρα, δύσκολα, πρωτόγνωρα και ψυχοφθόρα;
Τούτες τις δύσκολες για όλους μας στιγμές, πάνω πολλές φορές στην απελπισία μας για το άγνωστο, πολύ θα βοηθήσει μια μικρή αναδρομή στο κοντινό ή και απόμακρο παρελθόν των δικών μας ανθρώπων. Εδώ στην περιοχή μας, στην πόλη μας, στη διπλανή μας πόρτα γνωρίζοντας ανάλογες δυσκολίες.
Ξεφυλλίζοντας παλιές τοπικές εφημερίδες και συγκεκριμένα του Σαββάτου της 4ης Δεκεμβρίου του 1893 της «ΝΕΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ» διαβάζουμε ότι «Εν τη κωμοπόλει του Αλμυρού επιδημεί από τινος ο επιλόχειος λεγόμενος πυρετός αποστείλας εις τον Άδην πολλάς δυστυχείς λεχωΐδας και περ φυσιολογικώς τεκούσας. Κατά την αντίλιψιν του εκείσε εσχάτως μετακληθέντος εγκρίτου μαιευτήρος της πόλεώς μας ιατρού Βαρλαμίδου η ανάπτυξις της γυναικοκτόνου ταύτης νόσου πρωτίστως οφείλεται εις την παντελή έλλειψιν και της στοιχειωδεστέρας αντισηψίας και κατά και μετά τον τοκετόν… Είνε λυπηρόν, είνε έγκλημα εν τη παρούση καταστάσει της επιστήμης να μην εφαρμόζηται η ζωοσωτήριος αντισηπτική μέθοδος εις πολλά μέρη της  Ελλάδος εις τε τα χειρουργικά και εις την μαιευτικήν να βλέπη δε τις αναπτυσσομένην επιδημίαν επιλοχείου πυρετού εν ευαέρω κωμοπόλει…»
Στις 31 Ιανουαρίου του 1894 στην ίδια εφημερίδα διαβάζουμε: ΕΞ ΑΛΜΥΡΟΥ, «Η επάρατος νόσος ιαφλουέτζα ποιεί θραύσιν και εν τη ημετέρα επαρχία και ιδίως εν τη πόλει προάγουσα πολλούς εις τον τάφον. Ευτυχώς παρουσιάζεται με καλοήθη χαρακτήρα, καίτοι τα ¾ των κατοίκων κατελήφθησαν υπό της νόσου. Συνεπεία δε των συμβαινόντων εν τη πόλει καθ’ εκάστην 4 με 5 θανάτων κατά μέσον όρον, η αστυνομική αρχή απηγόρευσε την κωδωνοκρουσίαν εν τοις ναοίς κατά την εκφοράν των νεκρών, όπως μη κυριεύονται υπό μελαγχολίας ακούοντες το απαίσιον άγγελμα του θανάτου».
Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλες παρόμοιες αρνητικές στιγμές τόσο για την περιοχή μας όσο και για την Πατρίδα μας και γιατί όχι και για τον κόσμο όλο. Παρ’ όλα αυτά, όμως, από το σκοτάδι ο κόσμος είδε το φως, όπως το νεογέννητο μωρό. Η ζωή επανήλθε στους ρυθμούς της. Ο κόσμος προχώρησε, προόδευσε, δημιούργησε. Και για μας κάπως έτσι θα είναι η πορεία, μόνο που θα πρέπει να είναι το πλέον ισορροπημένη, σταθερή πατώντας σε βάσεις αρχών, ιδανικών και προ πάντων φυσικών ακολουθιών σεβασμού και διατήρησης της ομορφιάς του ζωογόνου χώρου που ζούμε η που θα αφήσουμε στα παιδιά μας να ζήσουν.  
Ο αναστοχασμός θα μας βοηθήσει αρκετά. Θα μας οπλίσει με δυνάμεις αστείρευτες που θα κάνουν το νέο ξεκίνημα ελπιδοφόρο και δημιουργικό. Και όπως σήμερα τιμούμε με όλη τη δύναμη και το περίσσευμά μας τους ήρωες της ζωής, τους γιατρούς και τους συν αυτώ, έτσι δεν πρέπει να ξεχνάμε κάποιους άλλους ήρωες του παρελθόντος που με την θυσία τους έφεραν στο χώρο τούτο την ελευθερία αποτινάσσοντας την τουρκική σκλαβιά και που με τη βοήθεια της Παναγιάς μας, Ευαγγελιζομένης, έκαναν τη σκέψη πηγή ζωής και τη σωτηρία της Πατρίδας ελεύθερη δημιουργία. Αυτούς, λοιπόν, που γιορτάζουμε σήμερα τη Μεγάλη τούτη μέρα του Ευαγγελισμού και της Απελευθέρωσης τιμούμε και δεν ξεχνούμε. Γιατί σήμερα είναι γιορτή Ηρώων. Είναι δικές μας φωνές από το δικό μας χθες. Από το δικό μας παρελθόν. Από εκεί που το αρματολίκι και η κλεφτουριά πήραν τον πηλό του γένους κι έπλασαν κράτος. Είναι οι φωτιές από το Μεσολόγγι, το Κούγκι, το Μανιάκι. Είναι τα πολύχρωμα αγριολούλουδα των ελληνικών βουνοκορφών. Δεν ήταν επανάσταση των «γνωστικών» και των «φρόνιμων». Ήταν η επανάσταση των Κολοκοτρωναίων που καβάλα παν στην εκκλησιά. Του Παπαφλέσσα, του Νικηταρά. Του Διάκου, του Ανδρούτσου, των Τζαβελαίων, των Μποτσαραίων, των Βελετζαίων, του Σήφακα και του Μακρυγιάννη. Των νέων του Ιερού Λόχου που έπεσαν μέχρις ενός για το δικαίωμα πρωτίστως στην Αξιοπρέπεια. Γιατί αυτό είναι Ελευθερία. Να είσαι όρθιος. Να κατακτάς τις κορυφές σαν αετός και να μη σέρνεσαι στις ράχες. Δεν ήταν επανάσταση αυτών που μετρούσαν τα υπέρ και τα κατά και μετά δικαιολογούνταν στα καφέ. Ήταν αυτών που ψιθύρισαν με συστολή το «Ελευθερία ή Θάνατος», αυτών που κραύγασαν Φωτιά, όχι για να τρομάξουν τους απέναντι, αλλά για να ακουστούν μέχρι τον Μαραθώνα, τις Θερμοπύλες, τη Σαλαμίνα, για να χαμογελάσουν ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Αριστοτέλης Σήμερα είναι η γιορτή των Ηρώων. Σήκω, άρπαξε μια σημαία και φώναξε. Φώναξε για εκείνους και μην τους λησμονάς.
Των ηρώων τα μέγιστα, μέγιστα τίμησε.